ἐράσμιος

ἐράσμιος, ον, also η, ον Anacr.20:—
A lovely, pleasant, Semon.7.52 ;

τὴν ψυχὴν ἐ. X.Smp.8.36

: [comp] Comp., Them.Or.17.216a: [comp] Sup. -ώτατον,

ψυχῆς ἦθος X.Mem.3.10.3

;

τὸ ἐ. Plot.1.3.2

; beloved, desired,

πόλει A. Ag.605

;

ταῖς ἀγέλαισιν Mosch.3.20

; ἐ. ἄγειν τινά treat affectionately, J.AJ19.6.1 : neut.as Adv.,

ἐράσμιον ἀνθήσασα AP7.219

(Pomp.Jun.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐράσμιος — lovely masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εράσμιος — α, ο (AM ἐράσμιος, α, ον) [έραμαι] αυτός που σέ κάνει να τόν ερωτεύεσαι, θελκτικός, αξιαγάπητος («τῷ τὴν ψυχὴν ἐρασμίῳ», Ξεν.) αρχ. (το ουδ. ως επίρρ.) ἐράσμιον με αξιαγάπητο τρόπο …   Dictionary of Greek

  • ἐρασμιώτερον — ἐράσμιος lovely masc acc comp sg ἐράσμιος lovely neut nom/voc/acc comp sg ἐράσμιος lovely adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασμιώτατα — ἐράσμιος lovely adverbial superl ἐράσμιος lovely neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασμιώτατον — ἐράσμιος lovely masc acc superl sg ἐράσμιος lovely neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασμίως — ἐράσμιος lovely adverbial ἐράσμιος lovely masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐράσμιον — ἐράσμιος lovely masc/fem acc sg ἐράσμιος lovely neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασμιωτάτη — ἐράσμιος lovely fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασμιωτάτην — ἐράσμιος lovely fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασμιωτάτης — ἐράσμιος lovely fem gen superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασμιωτάτου — ἐράσμιος lovely masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.